To Cogito ergo sum συλλογάται λέφτερα και στο ηλεκτρονικό περιοδικό Ατέχνως.
Πνευματικά δικαιώματα δεν υπάρχουν. Οι ιδέες πρέπει να κυκλοφορούν ελεύθερα. Άρα, η αντιγραφή επιτρέπεται.

Η γλώσσα κόκκαλα τσακίζει

(...) ας ιδιωτικοποιηθούν τα πάντα, ας ιδιωτικοποιηθεί η θάλασσα κι ο ουρανός, ας ιδιωτικοποιηθεί το νερό κι ο αέρας, ας ιδιωτικοποιηθεί η δικαιοσύνη και ο νόμος, ας ιδιωτικοποιηθεί το σύννεφο που περνάει, ας ιδιωτικοποιηθεί το όνειρο, ειδικά αν γίνεται μέρα και με τα μάτια ανοιχτά. Και τελικά, για να ολοκληρωθούν οι ιδιωτικοποιήσεις, ας ιδιωτικοποιηθούν και τα κράτη, παραδίδοντας για κάποιο χρονικό διάστημα την εκμετάλλευσή τους σε ιδιωτικές εταιρείες, που θα λειτουργούν σε καθεστώς διεθνούς ανταγωνισμού. Εκεί βρίσκεται η σωτηρία τού κόσμου...

Και τώρα, ας ιδιωτικοποιηθεί επίσης και η πουτάνα που τους γέννησε όλους.


[Ζοζέ Σαραμάγκου, "Τετράδια του Λαντσαρότε - Ημερολόγιο ΙΙΙ, 1993-1995" - Μετάφραση από τα πορτογαλικά: Cogito ergo sum]

8 Ιανουαρίου 2012

"Η πείνα"

Πρώτη για φέτος παρουσίαση βιβλίου και πρώτη αναφορά αυτού του ιστολογίου στην νορβηγική λογοτεχνία. Μπορεί σήμερα ο πιο "ιν" νορβηγός συγγραφέας να είναι ο Γιο Νέσμπο, κυρίως λόγω των ευπώλητων βιβλίων του "Το αστέρι τού διαβόλου" και "Νέμεσις", τα οποία κυκλοφορούν από το "Μεταίχμιο". Μπορεί, επίσης, οι βιβλιόφιλοι να "δονούνται" με την "Αγριόπαπια" και τους "Βρυκόλακες" του Χένρικ Ίμπσεν. Όμως, εμείς θα επιμείνουμε κλασσικά και θα κάνουμε την γνωριμία μας με την νορβηγική λογοτεχνία μέσω του νομπελίστα Κνουτ Χάμσουν και του θρυλικού του βιβλίου "Η πείνα".

Ο Κνουτ Χάμσουν υπήρξε αμφισβητούμενη προσωπικότητα. Ο πολυκύμαντος βίος του αντανακλάται ως και στο όνομά του: γεννήθηκε ως Κνουτ Πέντερσεν, υπέγραψε το πρώτο του βιβλίο ως Κνουτ Πέτερσεν, αργότερα πρόσθεσε και το επώνυμο της μητέρας του κι έγινε Κνουτ Πέτερσεν-Χάμσουντ, ύστερα έκοψε τελείως το Πέτερσεν και, τέλος, ένα τυπογραφικό λάθος στην εφημερίδα όπου αρθρογραφούσε τού έκανε το όνομα Κνουτ Χάμσουν κι αυτός το κράτησε.

Το 1920, ο πολυταξιδεμένος και μονίμως μπατίρης Χάμσουν παίρνει το βραβείο Νόμπελ και ανασαίνει οικονομικά αλλά η υγεία του είναι πια κλονισμένη. Το 1926 είναι ήδη βαρήκοος και υποφέρει από κρίσεις νεύρων. Μπορεί το μυαλό του να παραμένει "ξυράφι" αλλά η κόντρα του με το πολιτικό κατεστημένο τής εποχής τον οδηγεί στο απέναντι άκρο και γίνεται θαυμαστής τού Χίτλερ. Αιφνιδιάζοντας τον κόσμο, ο Χάμσουν εξυμνεί τον ναζισμό, δικαιολογεί τον αντισημιτισμό, στηρίζει τον Βίντκουν Κουίσλιγκ και καλεί τους συμπατριώτες του να υποταχθούν στην ανωτερότητα του Ράιχ.

Στις 7 Μαΐου 1945 τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής τής Νορβηγίας παραδίδονται. Στις 8 Μαΐου δημοσιεύεται, στην πρώτη σελίδα τής -πρώτης σε κυκλοφορία- εφημερίδας "Άφτεν πόστεν" δίστηλη φωτογραφία τού Χίτλερ με νεκρολογία τού Χάμσουν: "Δεν είμαι άξιος να εγκωμιάσω δυνατά τον Αδόλφο Χίτλερ, μα ούτε εξ άλλου ταιριάζουν συναισθηματισμοί για τη ζωή και το έργο Του. Ήταν ένας μαχητής, ένας μαχητής για την Ανθρωπότητα κι ένας Απόστολος τού Ευαγγελίου για τα Δικαιώματα όλων των Λαών. Ήταν μια ανακαινιστική μορφή υψηλότατου επίπεδου, μα η ιστορική Του μοίρα ήταν πως έδρασε σε μια εποχή ωμότητας χωρίς προηγούμενο, που τελικά Τον συνέτριψε. Έτσι ατενίζει ο κοινός δυτικοευρωπαίος τον Αδόλφο Χίτλερ. Εμείς δε, οι στενοί οπαδοί Του, σκύβουμε το κεφάλι μπρος στην σορό Του". Μετά τον πόλεμο, ο Χάμσουν περνάει από δίκη και καταδικάζεται σε εγκλεισμό σε ψυχιατρείο και δήμευση της -έτσι κι αλλιώς, μικρής- περιουσίας του. Είναι πλέον 88 ετών. Πεθαίνει 5 χρόνια αργότερα, το 1952, μόνος και καταφρονεμένος.

Παρά την προσωπική του διαδρομή, όμως, το λογοτεχνικό του έργο είναι σημαντικώτατο. "Η πείνα" παραμένει έργο αναφοράς, αν και γράφτηκε το 1890. Είναι μια τομή στην ιστορία της λογοτεχνίας, ένα έργο που μετατόπισε το βάρος της αφήγησης στην ψυχολογία του ήρωα, ένα μνημείο μοντερνισμού που επηρέασε όσο λίγα τους συγγραφείς που ακολούθησαν. Αν και η πλοκή του είναι σχεδόν ανύπαρκτη, ο συγγραφέας ήρωάς της είναι σαγηνευτικός καθώς προσπαθεί να τα βγάλει πέρα, πασχίζοντας να πουλήσει ένα δοκίμιο ή ένα διήγημα που θα του επιτρέψει να φάει κάτι και να κοιμηθεί αξιοπρεπώς σε ένα κρεββάτι. Δεν τα καταφέρνει πάντα, όμως, και περιπλανιέται στους δρόμους, όπου βυθίζεται ολοένα και περισσότερο στην παράνοια, στην πείνα για φαγητό μα περισσότερο για αξιοπρέπεια, μια αξιοπρέπεια που τον γεμίζει άλλοτε με ενοχές κι άλλοτε με αδικαιολόγητη αυτοεκτίμηση.

"Η πείνα" θα θυμίσει σε πολλούς το "Υπόγειο" του Ντοστογιέφσκυ (η ομοιότητα του Ρασκόλνικωφ με τον ανώνυμο ήρωα του Χάμσουν είναι εντυπωσιακή) ή το "Ο λύκος τής στέππας" τού Έσσε. Μόνο που η ματιά τού Χάμσουν είναι πιο διεισδυτική, πιο καταλυτική. Ο πεινασμένος συγγραφέας τού Χάμσουν αναζητά τον αυτοσεβασμό και την καταξίωση, αλλά το στομάχι του τον υποχρεώνει σε παραχωρήσεις για τις οποίες μετανοιώνει. Δεν είναι τυχαίο το ότι πολλοί αναλυτές θεωρούν τούτο το βιβλίο τού Χάμσουν ως αυτοβιογραφικό.

Συμπερασματικά, "Η πείνα" δεν είναι ένα εύπεπτο βιβλίο και η ανάγνωση απαιτεί αυξημένη προσήλωση αν και κυλάει γρήγορα κι ευχάριστα, χάρη στην εξαιρετική μετάφραση του καθηγητή Δημήτρη Χορόσκελη (*). Κυκλοφορεί σε μια καλαίσθητη έκδοση τσέπης 245 σελίδων από τον θεσσαλονικιό οίκο "Ζήτρος" και κοστίζει κάπου 10 ευρώ. Μη διστάσετε!

Και τρεις ασκήσεις για μετά την ανάγνωση: (α) οι πιο "πωρωμένοι" ας αναζητήσουν την ταινία τού Χέννιγκ Κάρλσεν "Sult" (Πείνα), η οποία μετέφερε το βιβλίο τού Χάμσουν στην οθόνη και κέρδισε το βραβείο ανδρικής ερμηνείας στο φεστιβάλ των Καννών, το 1966, (β) ακούστε το κομμάτι "Υλαγιαλή" από τον δίσκο τού Ορφέα Περίδη "Για πού το 'βαλες, καρδιά μου", (γ) αναζητήστε την συλλογή διηγημάτων τού Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλου "Λιμενάρχης Ευρίπου" (εκδόσεις Νεφέλη ή Κέδρος) και διαβάστε το διήγημα "Υλαγιαλή τής γέφυρας".




(*) Το βιβλίο κυκλοφορεί και από τις εκδόσεις "Δωρικός", αλλά η μετάφραση του Βάσου Δασκαλάκη είναι προβληματική. Επίσης, κυκλοφορεί και από τις εκδόσεις "Δαμιανός".

Δεν υπάρχουν σχόλια: