To Cogito ergo sum συλλογάται λέφτερα και στο ηλεκτρονικό περιοδικό Ατέχνως.
Πνευματικά δικαιώματα δεν υπάρχουν. Οι ιδέες πρέπει να κυκλοφορούν ελεύθερα. Άρα, η αντιγραφή επιτρέπεται.

Η γλώσσα κόκκαλα τσακίζει

(...) ας ιδιωτικοποιηθούν τα πάντα, ας ιδιωτικοποιηθεί η θάλασσα κι ο ουρανός, ας ιδιωτικοποιηθεί το νερό κι ο αέρας, ας ιδιωτικοποιηθεί η δικαιοσύνη και ο νόμος, ας ιδιωτικοποιηθεί το σύννεφο που περνάει, ας ιδιωτικοποιηθεί το όνειρο, ειδικά αν γίνεται μέρα και με τα μάτια ανοιχτά. Και τελικά, για να ολοκληρωθούν οι ιδιωτικοποιήσεις, ας ιδιωτικοποιηθούν και τα κράτη, παραδίδοντας για κάποιο χρονικό διάστημα την εκμετάλλευσή τους σε ιδιωτικές εταιρείες, που θα λειτουργούν σε καθεστώς διεθνούς ανταγωνισμού. Εκεί βρίσκεται η σωτηρία τού κόσμου...

Και τώρα, ας ιδιωτικοποιηθεί επίσης και η πουτάνα που τους γέννησε όλους.


[Ζοζέ Σαραμάγκου, "Τετράδια του Λαντσαρότε - Ημερολόγιο ΙΙΙ, 1993-1995" - Μετάφραση από τα πορτογαλικά: Cogito ergo sum]

17 Νοεμβρίου 2011

"Περιμένουν"..."Του Πολυτεχνείου"

Τον συναντήσαμε πρόσφατα, μέσα από την κατοχική περιπέτεια "Δέκα ατέλειωτες ώρες". Το 1973, ο Δημήτρης Ραβάνης-Ρεντής συμμετείχε στην εξέγερση του Πολυτεχνείου. Εκείνες τις δύσκολες μέρες, έγραψε 16 ποιήματα, τα οποία απετέλεσαν μια συλλογή με τίτλο "Ρεπορτάζ για ένα ζεστό Νοέμβρη". Η συλλογή αντιγράφτηκε αμέσως σε καμμιά δεκαριά χειρόγραφα, τα οποία κυκλοφόρησαν από χέρι σε χέρι. Μόλις έπεσε η χούντα, το "Ρεπορτάζ για ένα ζεστό Νοέμβρη" εκδόθηκε κανονικά από τον Κέδρο και σύντομα εξαντλήθηκε. Το 1983 επανεκδόθηκε από την "Σύγχρονη Εποχή" και με λίγη προσπάθεια μπορεί κάποιος να βρει ένα αντίτυπο ακόμη και σήμερα. Από αυτή την συλλογή επιλέγω ένα πικρό και συνάμα κυνικό κομμάτι με τίτλο "Περιμένουν":


Οι πολιτικοί περιμένουν εξελίξεις,
οι αδιάλλακτοι περιμένουν
έστω και την επέμβαση του ΝΑΤΟ,
οι ποιητές περιμένουν βραβεία,
οι μαγαζάτορες περιμένουν πελάτες,
οι γιωταχίδες περιμένουν το Σαββατοκύριακο.

Οι φοιτητές περιμένουν συμπαράσταση.



Λίγο μετά τα γεγονότα του Πολυτεχνείου, ο Νίκος Σαραντάκος έγραψε ένα σπαρακτικό ποίημα που μοιάζει με διήγημα. Εκείνες τις δύσκολες μέρες που επικρατούσε ο φόβος, επέλεξε να υπογράψει με το ψευδώνυμο Άχθος Αρούρης(*), το οποίο χρησιμοποιούσε στα ποιήματα που έγραφε προπολεμικά. Το ποίημα έμεινε αδημοσίευτο και βρέθηκε στο συρτάρι του ποιητή μετά τον θάνατό του το 1977. Έχει τον απλό τίτλο "Του Πολυτεχνείου":


Φουκαραδάκι ο δύστυχος, είχε τελειώσει
νυχτερινό γυμνάσιο. Για σπουδές
ελπίδα δεν τ' απόμενε ούτε τόση
Δε βάφονται τ' αυγά με τις πορδές!

Δούλευε εφαρμοστής. Δουλειά του πάγκου,
θέλει σίγουρο χέρι και μυαλό ξουράφι.
Κι ήταν ο πιο ξυπνός στου Μαστροβάγγου
—Δω μέσα ρε παιδιά, πηγαίνω στράφι!

— Ε! όχι δα ρε Μπάμπη, εδώ μαστόροι
πολύ παλιοί σου βγάζουν το καπέλο.
Τι παραπάνω θά 'θελες αγόρι;
— Θά 'θελα να σπουδάσω, μα όσο κι αν θέλω...

Πολυτεχνείο το λεν, δεν είν' αστεία,
αν βρίσκονταν παράδες κι αν... και αν...
για φροντιστήρια, δίδακτρα, βιβλία...
(κι ας λεν πως είναι η παιδεία «Δωρεάν»)

Εν τέλει τα κατάφερε και μπήκε
μέσ' στη σχολή που επόθει, μιαν εσπέρα
στα μέσα του Νοέμβρη. Και μια σφαίρα
στα φλογισμένα στήθη τον ευρήκε.



(*) "Άχθος Αρούρης": Ομηρική έκφραση, η οποία σημαίνει κατά λέξη "βάρος της εύφορης γης". Μεταφορικά δηλώνει τον άχρηστο άνθρωπο, το χαμένο κορμί, αυτόν που η ύπαρξή του αποτελεί απλώς περιττό βάρος πάνω στην γη.

Δεν υπάρχουν σχόλια: