To Cogito ergo sum συλλογάται λέφτερα και στο ηλεκτρονικό περιοδικό Ατέχνως.
Πνευματικά δικαιώματα δεν υπάρχουν. Οι ιδέες πρέπει να κυκλοφορούν ελεύθερα. Άρα, η αντιγραφή επιτρέπεται.

Η γλώσσα κόκκαλα τσακίζει

(...) ας ιδιωτικοποιηθούν τα πάντα, ας ιδιωτικοποιηθεί η θάλασσα κι ο ουρανός, ας ιδιωτικοποιηθεί το νερό κι ο αέρας, ας ιδιωτικοποιηθεί η δικαιοσύνη και ο νόμος, ας ιδιωτικοποιηθεί το σύννεφο που περνάει, ας ιδιωτικοποιηθεί το όνειρο, ειδικά αν γίνεται μέρα και με τα μάτια ανοιχτά. Και τελικά, για να ολοκληρωθούν οι ιδιωτικοποιήσεις, ας ιδιωτικοποιηθούν και τα κράτη, παραδίδοντας για κάποιο χρονικό διάστημα την εκμετάλλευσή τους σε ιδιωτικές εταιρείες, που θα λειτουργούν σε καθεστώς διεθνούς ανταγωνισμού. Εκεί βρίσκεται η σωτηρία τού κόσμου...

Και τώρα, ας ιδιωτικοποιηθεί επίσης και η πουτάνα που τους γέννησε όλους.


[Ζοζέ Σαραμάγκου, "Τετράδια του Λαντσαρότε - Ημερολόγιο ΙΙΙ, 1993-1995" - Μετάφραση από τα πορτογαλικά: Cogito ergo sum]

20 Σεπτεμβρίου 2011

Ευρωζώνη: χτες, σήμερα, αύριο (7)

Στο προηγούμενο σημείωμα είδαμε τις "κόντρες" που υπάρχουν ανάμεσα στους κεφαλαιοκράτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, παίρνοντας για παράδειγμα την Γερμανία και τις αντιπαραθέσεις που εκδηλώνονται τόσο στο εσωτερικό της όσο και με την Γαλλία. Το συμπέρασμα είναι ότι οι αντιπαραθέσεις αυτές, οι οποίες εκφράστηκαν πάνω στην -εγκεκριμμένη από την σύνοδο κορυφής- συμφωνία Μέρκελ-Σαρκοζύ, δεν έχουν ως κίνητρο κάποια πρόταση για μια εναλλακτική φιλολαϊκή διαχείριση αλλά συνιστούν αντιπροτάσεις που στοχεύουν στην θωράκιση της σημερινής σύνθεσης της Ευρωζώνης.

Από τα δικά μας ΜΜΕ έγινε πολύς λόγος για τις επιφυλάξεις που κατά καιρούς διατύπωσαν κορυφαίοι παράγοντες (Γιούνκερ, Τρισσέ, Μπαρόζο, Στρως Καν κλπ). Μόνο που όλες αυτές οι επιφυλάξεις προέρχονταν (και αφορούσαν) την απουσία σαφούς γαλλογερμανικής δέσμευσης δανεισμού κρατών του μεγέθους της Ισπανίας, της Ιταλίας ή, έστω, του Βελγίου. Και, βέβαια, δεν συνιστούσαν παρά διαφορετικές προτάσεις για τον επιμερισμό της -αναμενόμενης- ζημιάς από κάθε απαξίωση κεφαλαίου, ανάμεσα στα κράτη-μέλη και στους ιδιώτες πιστωτές. Η Γερμανία απέρριψε σχεδόν όλες αυτές τις εναλλακτικές προτάσεις, ανάμεσα στις οποίες οι κυριώτερες ήσαν δύο: 

- (Α) Η πρόταση του προέδρου της ευρωζώνης Ζαν-Κλωντ Γιούνκερ για την έκδοση ενός κοινού ευρωομολόγου, με το οποίο υπό προϋποθέσεις θα μπορούσαν να δανείζονται με διαφοροποιήσεις όλα τα κράτη της ευρωζώνης. Σημειώνουμε εδώ ότι την συγκεκριμένη πρόταση επικρότησαν όλα τα κόμματα του ελληνικού κοινοβουλίου, πλην του ΚΚΕ. Οι γερμανικές επιφυλάξεις οφείλονταν αφ' ενός μεν στο φθηνότερο κόστος δανεισμού που έχει διασφαλίσει σήμερα το γερμανικό κράτος, αφ' ετέρου δε στο ύψος των μελλοντικών δανείων που προβλέπεται να αυξηθεί σημαντικά. Η εμμονή των γερμανών οδήγησε σε επαναδιατύπωση της πρότασης, ώστε να διασφαλίζονται καλύτερα τα γερμανικά συμφέροντα. Για παράδειγμα, καταγράφηκε δέσμευση ότι σημαντικό μέρος των ευρωομολόγων θα έχει ως αντικείμενο την υλοποίηση μεγάλων έργων πανευρωπαϊκής κλίμακας. Φυσικά, τον πρώτο ρόλο σε τέτοια έργα δεν μπορεί παρά να τον έχουν οι μεγάλοι γερμανικοί μονοπωλιακοί όμιλοι (Ζήμενς, Χόχτιφ κλπ).
- (Β) Η πρόταση του προέδρου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Ζαν-Κλωντ Τρισσέ για αγορά κρατικών ομολόγων όχι μόνο από την Ε.Κ.Τ. αλλά και από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Στήριξης.

Παρά την επιβολή του στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωζώνης, ο γαλλογερμανικός άξονας γνωρίζει ότι ο δρόμος που προτείνει είναι όχι μόνο αντιλαϊκός (άρα επικίνδυνος για το πολιτικό κατεστημένο) αλλά και αδιέξοδος (όσο κι αν παρουσιάζεται ως μονόδρομος για την έξοδο από την κρίση). Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού του αδιεξόδου είναι η περίπτωση της Ιρλανδίας.

Η Ιρλανδία υπήρξε επί μια δεκαπενταετία (πριν την εκδήλωση της διεθνούς οικονομικής κρίσης) το πεδίο εφαρμογής των σύγχρονων καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων. Προώθησε τις ελαστικές εργασιακές σχέσεις, την μερική απασχόληση, την αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης των εργαζόμενων, τις ιδιωτικοποιήσεις, το "άνοιγμα" στρατηγικών τομέων της οικονομίας κλπ. Παράλληλα, από τη μια συγκράτησε το δημόσιο χρέος της χώρας κι από την άλλη δημιούργησε έναν φορολογικό παράδεισο για το μεγάλο κεφάλαιο, με ιδιαίτερα χαμηλό συντελεστή φορολόγησης των κερδών (12,5%), για να προσελκύσει σημαντικές επενδύσεις των μονοπωλιακών ομίλων. (σημ.: Θυμίζω ότι μερικά από τα "μεγάλα κεφάλια" του ΠΑΣΟΚ (Άννα Διαμαντοπούλου, Βάσω Παπανδρέου κλπ) είχαν προτείνει στον τότε πρωθυπουργό Κώστα Σημίτη να μελετηθεί το ιρλανδικό μοντέλο ώστε να υιοθετηθεί προσαρμοσμένο στα ελληνικά δεδομένα. Ο Σημίτης ξέκοψε κάθε τέτοια σκέψη με την πρώτη.)

Η συγκεκριμένη περίοδος ήταν πράγματι ένα θαύμα για την αύξηση των κερδών των μονοπωλιακών ομίλων και για τη διατήρηση των υψηλότερων ρυθμών αύξησης του ΑΕΠ μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Βέβαια, αυτό το "θαύμα" στηρίχτηκε στην επιδείνωση της θέσης των εργαζομένων και, τελικά, δεν απέτρεψε την εκδήλωση της ύφεσης στην βιομηχανική παραγωγή, ιδιαίτερα στον τομέα των κατασκευών. Η κατάρρευση των κατασκευών συμπαρέσυρε τις τράπεζες της χώρας, οι οποίες χορηγούσαν αφειδώς φθηνά και επισφαλή στεγαστικά δάνεια. Έτσι, οι τράπεζες "κουμπώθηκαν", η οικονομική δραστηριότητα συρρικνώθηκε και τα δημόσια έσοδα άρχισαν να μειώνονται δραματικά, λόγω της ύφεσης. Όμως, παρά την μείωση των εσόδων του, το ιρλανδικό δημόσιο δεν δίστασε να ανοίξει την "κάνουλα" για να ενισχύσει τις τράπεζες. Κι αφού οι τράπεζες άρμεξαν όσα μπορούσαν να αρμέξουν και τα εργατικά δικαιώματα χτυπήθηκαν όσο μπορούσαν να χτυπηθούν, στο φινάλε η χώρα προσέφυγε στον ευρωπαϊκό μηχανισμό στήριξης.

Από την παραπάνω διδακτική ιρλανδική ιστορία συμπεραίνουμε πανεύκολα ότι ήταν το ξέσπασμα της κρίσης που διόγκωσε το -απολύτως ελεγχόμενο ως τότε- δημόσιο χρέος. Το ξαναλέω και το υπογραμμίζω: η κρίση οδήγησε στην διόγκωση του χρέους, δεν υπήρχε κανένα χρέος για να προκαλέσει κρίση. Εδώ, στην ψωροκώσταινα, οι ταγοί μας προσπαθούν να μας πείσουν ότι το δημόσιο χρέος ήταν που δημιούργησε την κρίση και, επομένως, πρέπει να κάνουμε το παν για να ξοφλήσουμε τα χρέη μας ώστε να βγούμε από το αδιέξοδο. Συμπέρασμα: αν δεν είναι πουλημένοι ψεύτες, τότε είναι παντελώς άχρηστοι.

Θα συνεχίσουμε.

Δεν υπάρχουν σχόλια: