To Cogito ergo sum συλλογάται λέφτερα και στο ηλεκτρονικό περιοδικό Ατέχνως.
Πνευματικά δικαιώματα δεν υπάρχουν. Οι ιδέες πρέπει να κυκλοφορούν ελεύθερα. Άρα, η αντιγραφή επιτρέπεται.

Η γλώσσα κόκκαλα τσακίζει

(...) ας ιδιωτικοποιηθούν τα πάντα, ας ιδιωτικοποιηθεί η θάλασσα κι ο ουρανός, ας ιδιωτικοποιηθεί το νερό κι ο αέρας, ας ιδιωτικοποιηθεί η δικαιοσύνη και ο νόμος, ας ιδιωτικοποιηθεί το σύννεφο που περνάει, ας ιδιωτικοποιηθεί το όνειρο, ειδικά αν γίνεται μέρα και με τα μάτια ανοιχτά. Και τελικά, για να ολοκληρωθούν οι ιδιωτικοποιήσεις, ας ιδιωτικοποιηθούν και τα κράτη, παραδίδοντας για κάποιο χρονικό διάστημα την εκμετάλλευσή τους σε ιδιωτικές εταιρείες, που θα λειτουργούν σε καθεστώς διεθνούς ανταγωνισμού. Εκεί βρίσκεται η σωτηρία τού κόσμου...

Και τώρα, ας ιδιωτικοποιηθεί επίσης και η πουτάνα που τους γέννησε όλους.


[Ζοζέ Σαραμάγκου, "Τετράδια του Λαντσαρότε - Ημερολόγιο ΙΙΙ, 1993-1995" - Μετάφραση από τα πορτογαλικά: Cogito ergo sum]

8 Δεκεμβρίου 2010

Εισβολή στο Ιράκ: ένας προμελετημένο έγκλημα

Το είχαμε υποψιαστεί. Δηλαδή, ήμασταν σχεδόν σίγουροι. Τώρα το μάθαμε και επίσημα, μέσα από αποχαρακτηρισμένα έγγραφα του Αρχείου Εθνικής Ασφαλείας (National Security Archine - NSA) των ΗΠΑ. Ποιο; Μα το ότι η εισβολή και κατοχή του Ιράκ ήταν προαποφασισμένες και μάλιστα από την πρώτη στιγμή που η προεδρία Μπους ανέλαβε τα καθήκοντά της, τον Ιανουάριο του 2001.

Σύμφωνα με τα έγγραφα, που έδωσε στη δημοσιότητα το NSA και αφορούν κυρίως τον πρώτο χρόνο της θητείας Μπους, η αμερικανική ηγεσία συζήτησε κατά την πρώτη της κιόλας συνεδρίαση, τον Ιανουάριο του 2001, "τρόπους ανάδειξης του αποσταθεροποιητικού ρόλου του Ιράκ στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής". Το ζήτημα επανήλθε κατά την πρώτη συνεδρίαση της νέας ηγεσίας του Λευκού Οίκου με τις υπηρεσίες πληροφοριών και αντιτρομοκρατίας τον Φεβρουάριο του 2001, όπου οι εκτιμήσεις του τότε γενικού υπευθύνου των υπηρεσιών Ρίτσαρντ Κλαρκ περί αναγκαιότητας να δοθεί προτεραιότητα στην "Aλ Κάιντα" τέθηκαν στο περιθώριο από τις επίμονες παρεμβάσεις του Πωλ Γούλφοβιτς, ο οποίος υποστήριζε ότι το πραγματικό πρόβλημα ήταν το Ιράκ. 

Ο υφυπουργός άμυνας είχε ήδη απεργαστεί και προωθούσε ένα σχέδιο αλλαγής καθεστώτος στο Ιράκ το οποίο βασιζόταν στις γενικές γραμμές του σχεδίου που είχε επεξεργαστεί ο Αχμάντ Τσαλαμπί, το αγαπημένο παιδί της CIA στην ιρακινή δήθεν αντιπολίτευση (σημ.: λέω "δήθεν αντιπολίτευση", γιατί απεδείχθη ότι ο Tσαλαμπί δεν είχε κανένα απολύτως λαϊκό έρεισμα) από τις αρχές της δεκαετίας του '90. Ο Τσαλαμπί, από τα τέλη του 1993, υποστήριζε ότι θα μπορούσαν να δρομολογηθούν εξεγέρσεις των σιιτών στον νότο του Ιράκ και των κούρδων στον βορρά, οι οποίες (με την κατάλληλη υποστήριξη των ΗΠΑ, φυσικά) θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως καταλύτες στην πυροδότηση γενικής αναταραχής εντός της χώρας, η οποία θα παρέσυρε και το στρατό και τελικά θα οδηγούσε στην εκδίωξη του Σαντάμ Χουσεΐν.

Ήδη, από τα μέσα του '90, σε αυτό το σχέδιο ο Τσαλαμπί είχε δύο ισχυρούς συμμάχους: τον απόστρατο στρατηγό Γουέιν Ντάουνινγκ και τον πρώην αξιωματούχο της CIA Ντουέιν Κλάριντζ, οι οποίοι λειτουργούσαν ως στρατιωτικοί σύμβουλοι της οργάνωσής του. Όπως φαίνεται, ενήμεροι και έμμεσα υπέρμαχοι ήταν και μέλη του Κογκρέσου, τόσο από την πτέρυγα των Ρεπουμπλικάνων όσο και των Δημοκρατικών, οι οποίοι είχαν ενημερωθεί για τα σχέδια αυτά από τον ίδιο τον Ντάουνινγκ σε κλειστή συνάντηση το 1998. Στο πλαίσιο εκείνων των διεργασιών του 1998, ο τότε πρόεδρος Μπιλ Κλίντον υπέγραψε την "Απόφαση για Απελευθέρωση του Ιράκ", η οποία έθετε και επισήμως ως στόχο της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής την ανατροπή του Σαντάμ Χουσεΐν και ενέκρινε παχυλές χρηματοδοτήσεις για την ιρακινή αντιπολίτευση του Τσαλαμπί.

Όλα αυτά τα σχέδια ήρθαν και πάλι στο προσκήνιο, ως προτεραιότητα, με την προεδρία Τζωρτζ Μπους. Όταν τον Ιούλιο του 2001, ο Γούλφοβιτς παρουσίασε το προαναφερόμενο σχέδιο δράσης, ο τότε υπουργός εξωτερικών Κόλιν Πάουελ, πρώην στρατιωτικός, το χαρακτήρισε "γελοίο", όσον αφορά στις στρατιωτικές του πτυχές και φέρεται να ενημέρωσε σχετικά και τον ίδιο τον Μπους, όταν το ζήτημα επανήλθε σε συνεδρίαση του Ιούλη του 2001, τονίζοντας ότι "σε στρατιωτικό επίπεδο, δεν είναι διόλου εύκολο εγχείρημα". Αυτοί οι ενδοιασμοί, βέβαια, δεν σημαίνουν ότι ο Πάουελ διαφώνησε με τον απώτερο στόχο του σχεδίου.

Την στρατιωτική του άποψη κλήθηκε (από τη CIA) να διατυπώσει και ο περίφημος Σαούλ, κουβανοαμερικανός γιος βετεράνου της απόπειρας εισβολής στον "Κόλπο των Χοίρων". Σύμφωνα με τα επίσημα έγγραφα, τον Αύγουστο του 2001 ο Σαούλ εκτίμησε ότι το σχέδιο που προωθούσε ο Γούλφοβιτς δεν θα απέφερε την τελική ανατροπή του καθεστώτος που επεδίωκε η Ουάσινγκτον και οι αμερικανοί θα υποχρεώνονταν σε εμπλοκή μεγάλου αριθμού στρατιωτών, για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Παρά τις όποιες στρατιωτικές διαφωνίες, πάντως, η επιχείρηση "αναγκαιότητα εξαπόλυσης προληπτικού πλήγματος στο Ιράκ" δουλευόταν συστηματικά και μεθοδικά από την αμερικανική ηγεσία καθ' όλο αυτό το χρονικό διάστημα. Οι Αμερικανοί εκπρόσωποι στον ΟΗΕ άρχισαν να θέτουν ζήτημα ανεπάρκειας των κυρώσεων που, ήδη, ίσχυαν σε βάρος του Ιράκ από την εποχή της "καταιγίδας της ερήμου". Συνέχισαν να θέτουν αυτό το ζήτημα μέχρι και το καλοκαίρι του 2002, οπότε υιοθετήθηκαν οι "έξυπνες κυρώσεις", λίγους μήνες πριν εξαπολυθεί η επίθεση κατά του Ιράκ. Στο πλαίσιο αυτής της προσπάθειας, άρχισε και η προώθηση όλης της υπόθεσης περί εντοπισμού "σωλήνων αλουμινίου που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν σε πυρηνικό εξοπλισμό", κάτι που δεν επιβεβαιώθηκε από τις αρμόδιες υπηρεσίες του Στέητ Ντηπάρτμεντ, των οποίων η άποψη δε ζητήθηκε μέχρι και τη δημοσιοποίηση της πληροφορίας.

Οι επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 αναδείχτηκαν αμέσως σε κεντρικό θέμα του προπαγανδιστικού ιστού που η προεδρία Μπους ύφαινε σε βάρος του Ιράκ. Παρά το γεγονός ότι μόλις στις 18 Σεπτεμβρίου οι αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες σε έκθεσή τους καθιστούσαν σαφές ότι το Ιράκ δεν μπορεί, από καμία άποψη, να συνδεθεί ούτε με τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου ούτε με την "Αλ Κάιντα", ο Μπους και οι συνεργάτες του επέμειναν να εκφράζουν αυτήν την άποψη για πολύν καιρό ακόμη και δεν την εγκατέλειψαν εντελώς ουσιαστικά ποτέ.

Ενώ οι αμερικανικές δυνάμεις επιτίθενται και εισβάλλουν στο Αφγανιστάν τον Οκτώβριο του 2001, ο υπουργός άμυνας Ντέηβιντ Ράμσφελντ εμφανίζεται να επιμένει ότι το στόχαστρο θα πρέπει να στραφεί στο Ιράκ. Αυτό το καθιστά σαφές σε συνάντηση που έχει με τον επί κεφαλής της αμερικανικής στρατιωτικής διοίκησης στη Μέση Ανατολή τον Νοέμβριο του 2001. Ο Ράμσφελντ ζητά από το στρατηγό Τόμμυ Φρανκς να σχεδιάσει μια ολοκληρωτική εισβολή στο Ιράκ, αλλά και την επόμενη μέρα, γιατί εκτιμά ότι "σε αντίθεση με το Αφγανιστάν, είναι εξαιρετικά σημαντικό να υπάρξει προσωρινή κυβέρνηση και άμεση εναλλαγή στην εξουσία".

Κατά τη διάρκεια της ίδιας συνάντησης, οι Φρανκς και Ράμσφελντ φέρονται να συζήτησαν και μια σειρά από αφορμές που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ως πρόσχημα για την εξαπόλυση επίθεσης. Επικρατούν: η πρόκληση μιας ιρακινής επίθεσης κατά των κούρδων στο βορρά, η σύνδεση της Βαγδάτης με τα κρούσματα άνθρακα στις ΗΠΑ, η κινδυνολογία σχετικά με το ιρακινό "απαγορευμένο" οπλοστάσιο μαζικής καταστροφής και, φυσικά, η σύνδεση της Βαγδάτης με την 11η Σεπτεμβρίου.

Εξ όλων αυτών, όπως φάνηκε στην πορεία, μεγαλύτερη βαρύτητα δόθηκε στην ύπαρξη «απαγορευμένου» ιρακινού οπλοστασίου, καθώς κρίθηκε ως πιο αποτελεσματική επιλογή για να παρουσιαστεί ένα προληπτικό πλήγμα προς το Ιράκ ως "δίκαιος πόλεμος", ένας στόχος που αναφέρεται λεπτομερώς στα αποχαρακτηρισμένα έγγραφα από το φθινόπωρο του 2001. Όμως, το Τμήμα Πληροφοριών του Στέητ Ντηπάρτμεντ έχει εγκαίρως ενημερώσει την προεδρία ότι η επιχειρηματολογία της δεν πρόκειται να βρει συμμάχους μεταξύ των έτερων ισχυρών ιμπεριαλιστικών χωρών της Ευρώπης, με εξαίρεση ίσως τη Βρεττανία. Χαρακτηριστικά, στο έγγραφο αναφέρεται ότι "εφ' όσον δεν υπάρχει απόδειξη για την εμπλοκή του Ιράκ στις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου ή απόδειξη ότι όντως έχει απαγορευμένο οπλισμό, Γαλλία και Γερμανία δεν πρόκειται να υποστηρίξουν ένα προληπτικό πλήγμα σε βάρος του".

Χωρίς αμφιβολία, ουδείς εκπλήσσεται από τις αποκαλύψεις των εγγράφων. Μόνο αφελείς θα μπορούσαν να πιστεύουν ότι η εξαπόλυση προληπτικού πολέμου κατά του Ιράκ δεν ήταν μια προαποφασισμένη επιλογή της προεδρίας Μπους, η οποία στοιχειοθετήθηκε μεθοδικά, παρά το γεγονός ότι δεν κατάφερε να παρουσιάσει ούτε καν αληθοφανή προσχήματα. Αυτό που δεν αναφέρουν τα έγγραφα είναι το γιατί ο Μπους και οι συνεργάτες του επέδειξαν τέτοια εγρήγορση και ανυπομονησία για την εξαπόλυση ενός πολέμου, που, τελικά, είχε και έχει μεγάλο κόστος (διπλωματικό, ανθρώπινο και οικονομικό) και για τις ΗΠΑ.

Σε ένα σχετικό υπόμνημα προς την τότε σύμβουλο εθνικής ασφαλείας Κοντολίζα Ράις, τον Ιούλιο του 2001, ο τότε υπουργός άμυνας Ντόναλντ Ράμσφελντ υπογραμμίζει ότι "η ανατροπή του καθεστώτος του Σαντάμ Χουσεΐν και η εγκαθίδρυση στο Ιράκ μιας φιλοαμερικανικής ηγεσίας θα συνεισφέρουν τα μέγιστα στη βελτίωση της θέσης των ΗΠΑ στην περιοχή και αλλού, ενώ μια γρήγορη στρατιωτική νίκη θα ενισχύσει την εικόνα των ΗΠΑ, την αξιοπιστία και την επιρροή τους".

Όλα αυτά εξηγούν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τη βιασύνη της προεδρίας Μπους, και των συμφερόντων που εξυπηρετούσε. Φυσικά, υπήρξαν και "παράπλευρες απώλειες" στην πορεία. Όμως, ο στόχος της απόκτησης του ελέγχου της Ευρασίας είναι τόσο σημαντικός για τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό ώστε καμμιά "παράπλευρη απώλεια" δεν μετράει.

Δεν υπάρχουν σχόλια: