To Cogito ergo sum συλλογάται λέφτερα και στο ηλεκτρονικό περιοδικό Ατέχνως.
Πνευματικά δικαιώματα δεν υπάρχουν. Οι ιδέες πρέπει να κυκλοφορούν ελεύθερα. Άρα, η αντιγραφή επιτρέπεται.

Η γλώσσα κόκκαλα τσακίζει

(...) ας ιδιωτικοποιηθούν τα πάντα, ας ιδιωτικοποιηθεί η θάλασσα κι ο ουρανός, ας ιδιωτικοποιηθεί το νερό κι ο αέρας, ας ιδιωτικοποιηθεί η δικαιοσύνη και ο νόμος, ας ιδιωτικοποιηθεί το σύννεφο που περνάει, ας ιδιωτικοποιηθεί το όνειρο, ειδικά αν γίνεται μέρα και με τα μάτια ανοιχτά. Και τελικά, για να ολοκληρωθούν οι ιδιωτικοποιήσεις, ας ιδιωτικοποιηθούν και τα κράτη, παραδίδοντας για κάποιο χρονικό διάστημα την εκμετάλλευσή τους σε ιδιωτικές εταιρείες, που θα λειτουργούν σε καθεστώς διεθνούς ανταγωνισμού. Εκεί βρίσκεται η σωτηρία τού κόσμου...

Και τώρα, ας ιδιωτικοποιηθεί επίσης και η πουτάνα που τους γέννησε όλους.


[Ζοζέ Σαραμάγκου, "Τετράδια του Λαντσαρότε - Ημερολόγιο ΙΙΙ, 1993-1995" - Μετάφραση από τα πορτογαλικά: Cogito ergo sum]

16 Νοεμβρίου 2010

Παρασκήνια από την "εκτέλεση των Έξι"

Το παρασκήνιο της "εκτέλεσης των Έξι", στην οποία αναφερθήκαμε χτες, είναι και πολύ και θολό. Μεταξύ των επαναστατών υπήρχαν και διαλλακτικά στοιχεία (όπως ο εκ της ηγετικής τριανδρίας Δημήτριος Φωκάς, ο οποίος απεσύρθη) αλλά και αδιάλλακτα, τα οποία επικράτησαν εν τέλει. Ανάμεσα στους αδιάλλακτους ήσαν οι μετέπειτα δικτάτορες Θεόδωρος Πάγκαλος και Γεώργιος Κονδύλης. Αδιάλλακτος εθεωρείτο και ο πρόεδρος του Έκτακτου Επαναστατικού Δικαστηρίου, υποστράτηγος Αλέξανδρος Οθωναίος αλλά είναι αλήθεια ότι η τελική απόφαση τον τσάκισε, παρ' ότι ήξερε ότι η θανατική καταδίκη ήταν προαποφασισμένη. Έτσι, όταν ολοκλήρωσε την ανάγνωσή της, κατέβηκε αμέσως από την έδρα για να φύγει, ώστε να μη γίνει αντιληπτή η συγκίνησή του. Πάνω στην φούρια του, ξέχασε να κηρύξει το τέλος της διαδικασίας. Έτσι, ένας εκ των στρατοδικών ανέβηκε στο βήμα και είπε το "λύεται η συνεδρίασις", ώστε να αποκατασταθούν οι τύποι. Πάνω σ' αυτή την λεπτομέρεια βασίζονται αρκετοί για να υποστηρίξουν ότι αυτή η δίκη ακόμη δεν έχει τελειώσει τυπικά. Φυσικά, ο Οθωναίος δεν μπορεί πια να "λύσει την συνεδρίαση", αφού έχει πεθάνει εδώ και 40 χρόνια.

Ο Στυλιανός Γονατάς δεν πίστεψε ποτέ ότι οι οκτώ κατγορούμενοι είχαν διαπράξει το αδίκημα της "εσχάτης προδοσίας" αλλά θεωρούσε ότι έπρεπε να επιβληθούν αυστηρές ποινές ώστε αφ' ενός μεν να εκτονωθεί η λαϊκή οργή αφ'ετέρου δε να αποδειχτεί η αποφασιστικότητα της επανάστασης. Χαρακτηριστικά, μετά την εκτέλεση των Έξι, δήλωσε πως είναι προτιμώτεροι έξι θάνατοι από χίλους έξι.

Οι Άγγλοι είχαν φάει τα λυσσακά τους για να εμποδίσουν τις εκτελέσεις. Σε μια ύστατη προσπάθεια, ο λόρδος Κώρζον (υπουργός εξωτερικών) έστειλε τον ναύαρχο Τάλμποτ να επιδώσει αυστηρό τελεσίγραφο προς την ηγεσία των επαναστατών. Αυτό το ήξερε ο Πάγκαλος κι έτσι πίεσε το στρατοδικείο να ξεμπερδεύει μέχρι το βράδυ της 14ης Νοεμβρίου. Η απόφαση για την θανατική καταδίκη των οκτώ κατηγορουμένων ήταν δεδομένη αλλά όχι ομόφωνη. Ο Πάγκαλος, όμως, απαιτούσε ομοφωνία. Επειδή οι ώρες περνούσαν, το πλοίο του Τάλμποτ είχε μπει στον Πατραϊκό και ομοφωνία δεν έβγαινε, ο Πάγκαλος μπήκε στην αίθουσα όπου συσκέπτονταν οι στρατοδίκες και έκανε την τελευταία του υποχώρηση: δέχτηκε να καταδικαστούν σε ισόβια ο Ξενοφών Στρατηγός και ο Μιχαήλ Γούδας, αρκεί να υπάρξει ομοφωνία για την καταδίκη των άλλων έξι σε θάνατο.

Εκείνο που προκάλεσε αλγεινή εντύπωση, ήταν η στάση του Βενιζέλου. Όσο τα πράγματα εξελίσσονταν κατά του Κωνσταντίνου, ο Βενιζέλος δεν ανακατευόταν. Τελικά, έστειλε από την Λωζάννη ένα τηλεγράφημα για να ζητήσει να μην επιβληθούν θανατικές καταδίκες, αλλά το τηλεγράφημα έφτασε στην Αθήνα μετά τις εκτελέσεις. Μάλιστα, σε μεταγενέστερη δήλωσή του είχε πει κατηγορηματικά: "κι αν ακόμα ανασταίνονταν οι Έξι, θα έπρεπε να ξαναεκτελεστούν".

Όταν, όμως, ο Βενιζέλος ξαναγύρισε στην Ελλάδα, τοποθέτησε στην γερουσία τόσο τον Γονατά όσο και τους Λεωνίδα Σακελλαρόπουλο και Νεόκοσμο Γρηγοριάδη (οι οποίοι ήσαν μέλη του στρατοδικείου που καταδίκασε τους Έξι), ενώ στη συνέχεια έκανε τον Γονατά υπουργό συγκοινωνιών. Αυτές οι ενέργειες του Βενιζέλου προκάλεσαν ανοιχτή σύγκρουση με το Λαϊκό Κόμμα, το οποίο αποχώρησε από Βουλή και Γερουσία. Προφανώς, με το πέρασμα των χρόνων, η λαϊκή οργή του 1922 είχε μεταβληθεί σε συμπάθεια για τους εκτελεσμένους. Μια συμπάθεια η οποία επανέφερε την αντιβενιζελική παράταξη στην κυβέρνηση το 1932, έστω και για 2,5 μόνο μήνες.

Δέκα χρόνια μετά την δίκη, οι Έξι είχαν γίνει λάβαρο κατά του βενιζελισμού. Ο Παναγής Τσαλδάρης (αρχηγός πια του Λαϊκού Κόμματος που είχε ιδρύσει ο Γούναρης) βρίσκεται στην εξουσία (3/11/1932-16/1/1933) και εντοιχίζει στην αίθουσα όπου είχε γίνει η δίκη την παρακάτω πλάκα:

"Εν τη αιθούση ταύτη τη 15/28 Νοεμβρίου 1922 αναγνώσθη η απόφασις, δι' ης κατεδικάσθησαν εις θάνατον και ετυφεκίσθησαν επί εσχάτη προδοσία, οι αείμνηστοι άνδρες Δημήτριος Γούναρης, Νικόλαος Στράτος, Νικόλαος Θεοτόκης, Γεώργιος Μπαλτατζής, Πέτρος Πρωτοπαπαδάκος και Γεώργιος Χατζηανέστης, οίτινες, αφιερώσαντες ολόκληρον την ζωήν των και την πολιτικήν των δράσιν υπέρ του έθνους, εκρίθησαν, παρά τους νόμους, το Σύνταγμα και την Ηθικήν, παρ' ανόμων δικαστών προδόται της ελληνικής πατρίδος.
Το Υπουργείον Δικαιοσύνης ενετοίχισεν εν έτει 1933"

Λεπτομέρεια: Στην κυβέρνηση Τσαλδάρη συμμετέχουν ο Γεώργιος Κονδύλης (υπουργός στρατιωτικών) και ο Αλέξανδρος Χατζηκυριάκος (υπουργός ναυτικών και αεροπορίας). Ανήκαν στην ομάδα των αδιάλλακτων που ζητούσαν να γίνουν οι εκτελέσεις. Ανήκαν σ' εκείνους που πίεζαν τους δικαστές, τους οποίους τώρα κατηγορούν ως "ανόμους"...

Δεν υπάρχουν σχόλια: