To Cogito ergo sum συλλογάται λέφτερα και στο ηλεκτρονικό περιοδικό Ατέχνως.
Πνευματικά δικαιώματα δεν υπάρχουν. Οι ιδέες πρέπει να κυκλοφορούν ελεύθερα. Άρα, η αντιγραφή επιτρέπεται.

Η γλώσσα κόκκαλα τσακίζει

(...) ας ιδιωτικοποιηθούν τα πάντα, ας ιδιωτικοποιηθεί η θάλασσα κι ο ουρανός, ας ιδιωτικοποιηθεί το νερό κι ο αέρας, ας ιδιωτικοποιηθεί η δικαιοσύνη και ο νόμος, ας ιδιωτικοποιηθεί το σύννεφο που περνάει, ας ιδιωτικοποιηθεί το όνειρο, ειδικά αν γίνεται μέρα και με τα μάτια ανοιχτά. Και τελικά, για να ολοκληρωθούν οι ιδιωτικοποιήσεις, ας ιδιωτικοποιηθούν και τα κράτη, παραδίδοντας για κάποιο χρονικό διάστημα την εκμετάλλευσή τους σε ιδιωτικές εταιρείες, που θα λειτουργούν σε καθεστώς διεθνούς ανταγωνισμού. Εκεί βρίσκεται η σωτηρία τού κόσμου...

Και τώρα, ας ιδιωτικοποιηθεί επίσης και η πουτάνα που τους γέννησε όλους.


[Ζοζέ Σαραμάγκου, "Τετράδια του Λαντσαρότε - Ημερολόγιο ΙΙΙ, 1993-1995" - Μετάφραση από τα πορτογαλικά: Cogito ergo sum]

10 Οκτωβρίου 2010

"Ουτς"

Καθώς το αντέγραφα πρόχειρα στο σημειωματάριό μου, μου φάνηκε πως άκουγα πάλι τον ένρινο ψίθυρο του Ουτς: "Στήνουν τ' αυτί τους, το στήνουν συνέχεια και στα πάντα αλλά... δεν ακούνε τίποτα!". Όπως συνήθως, είχε δίκιο. Οι Τυραννίδες στήνουν από μόνες τους το θάλαμο της αντήχησης τους. Εναν κενό χώρο όπου συγκεχυμένα σήματα βουίζουν άσκοπα. Οπου κάποιος ψίθυρος ή υπαινιγμός προκαλεί πανικό: και έτσι, τελικά, ο μηχανισμός της καταστολής το πιθανότερο είναι να διαλυθεί, όχι με πόλεμο ούτε μ' επανάσταση, αλλά από έναν ανεπαίσθητο θόρυβο, ή τη φωνή των φύλλων που πέφτουν... (απόσπασμα από το βιβλίο)

Ο Μπρους Τσάτουιν (Bruce Chatwin, 1940-1989) ήταν μια αμφιλεγόμενη προσωπικότητα. Ήταν εξαιρετικά κοινωνικός αλλά δεν δίσταζε να συγκρουστεί με τον περίγυρό του. Ήταν αμφιφυλόφιλος εν γνώσει της συζύγου του, η οποία τον χώρισε τελικά αλλά ξανάσμιξαν όταν εκείνος αρρώστησε από AIDS κι έμεινε κοντά του να τον φροντίζει μέχρι που ο Τσάτουιν υπέκυψε στην ασθένειά του. Έγινε διάσημος ως ταξιδιωτικός συγγραφέας αλλά του άρεσε στα βιβλία του να μπλέκει το πραγματικό με το φανταστικό, δημιουργώντας ενοχλήσεις και αντιδράσεις.

Ευτυχώς για όλους μας, πρόλαβε να αφήσει στον κόσμο το "Ουτς", το οποίο κυκλοφόρησε έναν χρόνο πριν τον θάνατό του. Η υπόθεση είναι απλή αλλά η πέννα του άγγλου συγγραφέα χαράσσει τόσο βαθειές συγκινήσεις ώστε ο αναγνώστης τις νοιώθει έντονα. Ο Τσάτουιν, αν και ταξιδιωτικός συγγραφέας, δεν περιγράφει απλώς. Ανατέμνει. Κι αν εκείνος χειρουργεί, εμείς αισθανόμαστε το νυστέρι του δίχως νάρκωση. Ας δούμε μια περίληψη του βιβλίου:
Ο Κάσπαρ Ουτς, πλούσιος κάτοικος της Πράγας από γερμανική οικογένεια, τρέφει ασίγαστο πάθος για τις φημισμένες πορσελάνες Μάισεν, τις οποίες αγοράζει όπου τις βρει και τις φυλάει όλες στο σπίτι του. Ο Ουτς, που έχει γνωρίσει πρώτα τη ναζιστική εισβολή και κατόπιν το κομμουνιστικό καθεστώς, διατηρεί με τη συλλογή του σχέση ολοκληρωτική, η οποία τον απομονώνει από τον ζοφερό κόσμο γύρω του. Η σχέση αυτή τον κάνει να χάνεται μέσα στις μύριες ιστορίες των προσώπων που εμφανίζονται στις πορσελάνες και τον οδηγεί πίσω στον 17ο-18ο αιώνα, σε ένα παρελθόν το ίδιο ίσως τρομερό με το παρόν, για αυτόν όμως ευτυχισμένο.

Αν και ζει στην Τσεχοσλοβακία την εποχή του Ψυχρού Πολέμου, ο Ουτς βρίσκει τρόπους να ταξιδεύει στη Δύση για να αγοράζει κομμάτια για τη συλλογή του. Όταν βρίσκεται εκεί, συχνά σκέφτεται να αυτομολήσει. Δεν το κάνει όμως επειδή ξέρει ότι δεν μπορεί να πάρει μαζί του τον θησαυρό του.  Για την τελική τύχη της συλλογής, ο αφηγητής, που δεν είναι άλλος από τον συγγραφέα, διατυπώνει μια συγκλονιστική υπόθεση, που αποκαλύπτει δραματικά τον βαθύ δεσμό του συλλέκτη μαζί της.

Ο "Ουτς", το τελευταίο μυθιστόρημα του Μπρους Τσάτουιν, είναι η ιστορία, ειρωνική και μαζί σπαρακτική, ενός ανθρώπου που έχει κάνει λάβαρό του τη φυγή από τον κόσμο αρνούμενος να υποταχθεί στους καταπιεστικούς κανόνες του. Παρόμοιος ήταν ο δρόμος που ακολούθησε και ο συγγραφέας σε όλη του τη ζωή, και η ομοιότητα αυτή προσδίδει στο βιβλίο του βάθος και υποβλητικότητα και το φορτίζει με σπάνια συγκίνηση.

Ίσως δυσκολευτείτε να βρείτε αυτό το 162 σελίδων βιβλιαράκι αλλά αξίζει τον κόπο να το αναζητήσετε. Κυκλοφόρησε το 1991 από τις εκδόσεις Χατζηνικολή και κυκλοφορεί ακόμη.

Δεν υπάρχουν σχόλια: