To Cogito ergo sum συλλογάται λέφτερα και στο ηλεκτρονικό περιοδικό Ατέχνως.
Πνευματικά δικαιώματα δεν υπάρχουν. Οι ιδέες πρέπει να κυκλοφορούν ελεύθερα. Άρα, η αντιγραφή επιτρέπεται.

Η γλώσσα κόκκαλα τσακίζει

(...) ας ιδιωτικοποιηθούν τα πάντα, ας ιδιωτικοποιηθεί η θάλασσα κι ο ουρανός, ας ιδιωτικοποιηθεί το νερό κι ο αέρας, ας ιδιωτικοποιηθεί η δικαιοσύνη και ο νόμος, ας ιδιωτικοποιηθεί το σύννεφο που περνάει, ας ιδιωτικοποιηθεί το όνειρο, ειδικά αν γίνεται μέρα και με τα μάτια ανοιχτά. Και τελικά, για να ολοκληρωθούν οι ιδιωτικοποιήσεις, ας ιδιωτικοποιηθούν και τα κράτη, παραδίδοντας για κάποιο χρονικό διάστημα την εκμετάλλευσή τους σε ιδιωτικές εταιρείες, που θα λειτουργούν σε καθεστώς διεθνούς ανταγωνισμού. Εκεί βρίσκεται η σωτηρία τού κόσμου...

Και τώρα, ας ιδιωτικοποιηθεί επίσης και η πουτάνα που τους γέννησε όλους.


[Ζοζέ Σαραμάγκου, "Τετράδια του Λαντσαρότε - Ημερολόγιο ΙΙΙ, 1993-1995" - Μετάφραση από τα πορτογαλικά: Cogito ergo sum]

8 Ιουνίου 2010

Για τον Χρόνη Μίσσιο

Πολλοί απ'αυτούς οι οποίοι γνωρίζουν το πάθος μου για διάβασμα και μελέτη, με ρωτούν ποιο από τα βιβλία που έχω διαβάσει, ξεχωρίζω. Πώς να διαλέξω, όμως; Κάθε βιβλίο, κάθε συγγραφέας έχει την δική του ξεχωριστή, μικρή ή μεγάλη, αξία. Σε ένα ψηφιδωτό είναι απαραίτητη και η μικρότερη ψηφίδα. Εν πάση περιπτώσει, θα μπορούσα να πω ότι με έχουν επηρεάσει καταλυτικά με τα γραφτά τους τρεις άνθρωποι. Πρώτα-πρώτα, ο Βίκτωρ Ουγκώ χάραξε με τους Αθλίους του το μυαλό και την ψυχή μου ενώ ήμουν ακόμη μαθητής των πρώτων τάξεων του Γυμνασίου. Λίγα χρόνια αργότερα, ήρθε ο Κάρολος Μαρξ να ρίξει τους σπόρους του Κομμουνιστικού Μανιφέστου σε καλλιεργημένο πια έδαφος. Και, τέλος, στα 25 μου πλέον, την ώρα που η πραγματικότητα ήταν έτοιμη να σβήσει κάθε ίχνος των νεανικών ονείρων και των ρομαντικών στοχασμών, εμφανίστηκε ο Χρόνης Μίσσιος με το "Καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς", για να μου δείξει την παντοτινή αξία των ονείρων, των στοχασμών και των αγώνων.

Θυμήθηκα πάλι τον Μίσσιο βλέποντας προχτές στην τηλεόραση μια συνέντευξη που έδωσε στην ΝΕΤ από το "ερημητήριό" του στο Καπανδρίτι. Έχει καβαντζάρει πλέον τα 80 χρόνια αλλά η λιτή, διάφανη λογική του και η αγωνιστική του σκέψη εξακολουθούν να με μαγνητίζουν. Θυμάμαι ακόμα την τεράστια έκπληξη που δοκίμασα όταν, γοητευμένος από το βιβλίο που προανέφερα, αναζήτησα περισσότερα στοιχεία γι' αυτόν κι ανακάλυψα ότι πήγε σχολείο ίσαμε την δευτέρα δημοτικού! Δεν μπορούσα να καταλάβω πώς γίνεται να συγκινεί η γραφή κάποιου που έμαθε γράμματα στις φυλακές και τις εξορίες, όντας κυνηγημένος από παιδί;

Χρειάστηκε να διαβάσω και τ' άλλα του βιβλία ("Χαμογέλα ρε, τι σου ζητάνε", "Τα κεραμίδια στάζουν", "Το κλειδί είναι κάτω από το γεράνι" κ.λ.π.) και να παρακολουθήσω την πορεία του στον χρόνο για να πάρω απάντηση σε τούτο το ερώτημα. Ο Μίσσιος σημαδεύει κατάστηθα τον αναγνώστη, όχι χάρη σε κάποιο ιδιαίτερο συγγραφικό ταλέντο αλλά επειδή τα κείμενά του έχουν σημαδέψει πρώτα τον ίδιο. Ο Μίσσιος δεν καμώνεται, δεν προσποιείται και δεν φτιάχνει, απλώς εξομολογείται. Δεν νουθετεί και δεν διδάσκει, απλώς ξεδιπλώνεται ο ίδιος στο χαρτί. Δεν μιλάει αόριστα για αγώνες και για εξορίες, απλώς δημοσιεύει το προσωπικό του ημερολόγιο. Δεν προτείνει διεξόδους, απλώς σημειώνει τον δρόμο που ο ίδιος διάλεξε.

Σἠμερα είμαι απολύτως σίγουρος για το τι είναι αυτό που με κάνει να ξεχωρίζω τον Χρόνη Μίσσιο. Είναι το ότι τον ζηλεύω. Όχι, δεν τον ζηλεύω ως συγγραφέα. Τον ζηλεύω γιατί κατάφερε να πορευτεί δίχως να συμβιβαστεί, γιατί κατάφερε να ζήσει όπως πρόσταζε η καρδιά του και γιατί μπορεί να κοιτάζει το παρελθόν του δίχως να ντρέπεται...



"...Την ώρα που έφευγα και με χαιρέταγε, τα μάτια του στάζανε λύπη. Μου λέει, που θα πας τώρα, ρε Φάνη - εγώ μια ζωή το ίδιο ψευδώνυμο στις παρανομίες. Όπως στεκόμασταν όρθιοι, του λεω, σοβαρά μιλάς, γιατρέ, εμένα λυπάσαι; Ξαφνιάστηκε, μα, μου λέει, φεύγεις έτσι μέσα στη νύχτα, σε κηνυγάνε θεοί και δαίμονες, σκοτώνουν, βασανίζουν, δεν έχεις σπίτι, οικογένεια, δεν έχεις όνομα... Τον κοίταξα. Έπρεπε να τον πληγώσω, δεν είχα άλλο δρόμο. Ήμουνα στριμωγμένος, αν αφηνόμουνα στην παραδοχή της λύπης, ήμουνα χαμένος, γιατί τα αντικειμενικά στοιχεία, όπως τα περιέγραφε ο γιατρός, ήτανε σωστά. Όμως είχα ανάγκη να υπερασπιστώ τη ζωή μου, την ουσία της, απέναντι και στον ίδιο τον εαυτό μου. Σοβαρά, του λέω, γιατρέ εμένα λυπάσαι; Τα έχασε ελαφρώς. Ήταν πολύ καλός και γλυκός άνθρωπος, αλλά και παλικάρι, για να δεχτεί να κρύψει έναν παράνομο σε μια στιγμή που ούτε η μάνα σου, που λέει ο λόγος, δε σ΄ έβαζε μέσα. Όπου το ραδιόφωνο ούρλιαζε ημερήσιες διαταγές, "Πας όστις φιλοξενεί άτομον μη δηλωμένον εις τας Αστυνομικάς Αρχάς, θα παραπέμπεται εις το έκτακτον στροτοδικείον..." Κοίτα να δεις, του λέω, εγώ κρατάω τη ζωή μου και τη μοίρα μου στα χέρια μου, οι επιλογές είναι δικές μου, όποτε θέλω, περνάω στη δική σου θέση. Αν τώρα κάνω ένα τηλεφώνημα στην ασφάλεια και τους πω ότι παύω να ασχολούμαι με την πολιτική, χωρίς να αποκηρύξω τίποτα και κανέναν, αύριο θα περπατώ και εγώ "ελεύθερα" και "ακίνδυνα" όπως εσύ... Εσύ μπορείς να περάσεις στη δική μου θέση; Να τα παρατήσεις όλα, λεφτά, καριέρα, οικογένεια, σπίτια, να δεθείς μ΄ ένα όνειρο και να το κυνηγήσεις, ν΄ αγαπήσεις με πάθος τους ανθρώπους και την ελευθερία τους, να μπεις στην καρδιά της εποχής σου, και από απλός θεατής να γίνεις δημιουργός της ιστορίας; Και, να σου πω και κάτι ακόμα: είμαστε συνομήλικοι. Αν δεχτούμε ότι αυτό που λέμε ζωή δεν είναι να υπάρχεις σαν δέντρο, δηλαδή να υπάρχεις μονάχα βιολογικά - δεν ξέρω αν χρησιμοποιώ και σωστά τους όρους, αλλά καταλαβαίνεις τι θέλω να πω - δηλαδή αν τη ζωή μπορούμε να τη μετράμε απλώς με την παραγωγή κάποιων αγαθών και κάποιων υπηρεσιών και με το να καταναλώνουμε κάποια αγαθά και κάποιες υπηρεσίες, τότε πιστεύω πως η ζωή δε θα ΄ταν τίποτα άλλο, παρά μια απέραντη πλήξη. Νομίζω πως αυτό που ονομάζουμε ζωή μετριέται μονάχα με τα συναισθήματα που νιώθουμε σαν άνθρωποι, τις συγκινήσεις, τις πίκρες, τις χαρές, τις μικρές ευτυχίες, τις μικρές δυστυχίες, την επιβεβαίωση, τελικά, της ανθρώπινης ουσίας μας. Πόσες φορές στη ζωή σου ένιωσες έντονα συναισθήματα και συγκινήσεις, γιατρέ; Όταν πήρες το πτυχίο σου, όταν ερωτεύτηκες τη γυναίκα σου, όταν έκανες καριέρα, όταν γεννήθηκε η κορούλα σου... Γύρω από αυτά κλείνει ο κύκλος. Εγώ ,τα ίδια χρόνια, έζησα τόσα συμπυκνωμένα συναισθήματα, τόσο έντονα, που εσύ ούτε σε εκατό χρόνια της δικής σου ζωής δεν μπορείς να τα ζήσεις. Πόσες φορές έπαιξα με το θάνατο, όχι για παιχνίδι, γιατί τότε θα μπορούσα απλώς να κάνω ένα επικίνδυνο νούμερο στο τσίρκο, αλλά συνεπαρμένος από τους μύθους μου, από τα οράματά μου, από την αγάπη μου για τη ζωή, για τον άνθρωπο και τη λευτεριά του. Πόσες φορές τόλμησα, μετρήθηκα με φοβερούς μηχανισμούς, άλλοτε νικώντας, άλλοτε χάνοντας, αλλά πάντοτε νιώθοντας άνθρωπος και ποτέ αντικείμενο κάποιας μοίρας. Ακόμα, γιατρέ μου, σε σχέση με σένα είμαι πολύ νέος, και να σου πω γιατί; Πράγματα που για σένα θεωρούνται δεδομένα και τα περνάς αδιάφορα, για μένα είναι μικρές και μεγάλες ευτυχίες. Τα θαύματα του κόσμου, που λένε, η όρασή μου με εφήβεια έκπληξη τα ζει και με γεμίζει συναισθήματα. Είμαι βέβαιος πως ένας περίπατος τη νύχτα στους έρημους δρόμους της πόλης, είναι για σένα κάτι πολύ συνηθισμένο, αν όχι βαρετό. Ένας περίπατος στος δάσος, ο θόρυβος της θάλασσας, ένα όμορφο δέντρο, ένα λουλούδι, το κρασί, ο έρωτας... Η επαφή σου με τα πράγματα είναι τυπική, δεν τα πλουτίζεις, δε σε πλουτίζουν, τα ξεπερνάς, δεν τα ζεις. Για μένα, κάθε πρωινό είναι μια έκπληξη, κάθε δειλινό μια νοσταλγία, κάθε νύχτα ένα μεγάλο μυστήριο, ένα ποτήρι κρασί, ένα φιλί. Αλήθεια, ποιες είναι οι επιθυμίες σου, γιατρέ; Είσαι "πετυχημένος", ο,τι επιθυμείς το έχεις, είσαι κορεσμένος άρα γέρος, γιατί ταυτόχρονα δεν μπορείς να τα ξεφορτωθείς όλ΄ αυτά. Είσαι ταξινομημένος, δεν μπορείς να πετάξεις, να μπεις στον δρόμο των συναισθημάτων, της φαντασίας , του ονείρου, της επιθυμίας, μιας νέας επαφής σου με τα πράγματα και τους ανθρώπους. Κοίτα, ψάξε λίγο, ο δρόμος σου είναι ο δρόμος που μετατρέπει τον άνθρωπο σε αντικείμαενο με βιολογικές ανάγκες... Μη με λυπάσαι, σε παρακαλώ, εγώ θα είμαι πάντα με τις μειοψηφίες, έκθετος πάντα, ποτέ ένθετος. Δε θύμωσε, δεν μου είπε ότι λέω μαλακίες. Μ΄ αγκάλιασε, μου είπε πως είμαστε περίεργοι άνθρωποι αλλά ωραίοι. Με φιλήσε, μου έβαλε και δέκα χιλιάρικα στην τσέπη -μεγάλο ποσό για εκείνη την εποχή- και έφυγα. Το ξέρω πως είπα μεγάλα λόγια γιατί, παρ΄ όλα αυτά, είμαι ένθετος, τοποθετημένος και ταξινομημένος σε άλλους μηχανισμούς, σε μιαν άλλη λογική, σε μιαν άλλη τάξη πραγμάτων..."
(Χρόνης Μίσσιος, "Καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς", εκδόσεις "Γράμματα", 1985)

Δεν υπάρχουν σχόλια: