To Cogito ergo sum συλλογάται λέφτερα και στο ηλεκτρονικό περιοδικό Ατέχνως.
Πνευματικά δικαιώματα δεν υπάρχουν. Οι ιδέες πρέπει να κυκλοφορούν ελεύθερα. Άρα, η αντιγραφή επιτρέπεται.

Η γλώσσα κόκκαλα τσακίζει

(...) ας ιδιωτικοποιηθούν τα πάντα, ας ιδιωτικοποιηθεί η θάλασσα κι ο ουρανός, ας ιδιωτικοποιηθεί το νερό κι ο αέρας, ας ιδιωτικοποιηθεί η δικαιοσύνη και ο νόμος, ας ιδιωτικοποιηθεί το σύννεφο που περνάει, ας ιδιωτικοποιηθεί το όνειρο, ειδικά αν γίνεται μέρα και με τα μάτια ανοιχτά. Και τελικά, για να ολοκληρωθούν οι ιδιωτικοποιήσεις, ας ιδιωτικοποιηθούν και τα κράτη, παραδίδοντας για κάποιο χρονικό διάστημα την εκμετάλλευσή τους σε ιδιωτικές εταιρείες, που θα λειτουργούν σε καθεστώς διεθνούς ανταγωνισμού. Εκεί βρίσκεται η σωτηρία τού κόσμου...

Και τώρα, ας ιδιωτικοποιηθεί επίσης και η πουτάνα που τους γέννησε όλους.


[Ζοζέ Σαραμάγκου, "Τετράδια του Λαντσαρότε - Ημερολόγιο ΙΙΙ, 1993-1995" - Μετάφραση από τα πορτογαλικά: Cogito ergo sum]

17 Μαΐου 2010

Προς μια φασιστική Ευρώπη

Όταν ακούγεται η λέξη φασισμός, το μυαλό των περισσοτέρων ταξιδεύει στα χρόνια του μεσοπολέμου και σε ονόματα όπως Χίτλερ, Μουσολίνι, Φράνκο και -συχνά- Στάλιν. Φοβάμαι, όμως, ότι πολύ σύντομα δεν θα χρειάζεται να στρέφουμε το βλέμμα στο παρελθόν προκειμένου να μιλήσουμε για φασισμό. Θα αρκεί μια ματιά στο παρόν.

Αλήθεια, ποια ήσαν τα αίτια της άνθισης του φασισμού (με οποιαδήποτε μορφή) κατά το πρώτο μισό του περασμένου αιώνα; Πριν δώσουμε την απάντηση σ' αυτό το ερώτημα, ας σκεφτούμε κατά πόσο είναι σωστό να θεωρούμε τον φασισμό "προνόμιο" της ακροδεξιάς. Στην πραγματικότητα, τα ευρωπαϊκά φασιστικά κόμματα εκείνης της περιόδου είχαν κάθε άλλο παρά ακροδεξιά προέλευση. Και το φασιστικό του Μουσολίνι αλλά και το ναζιστικό του Χίτλερ ήσαν εθνικοσοσιαλιστικά κόμματα με αριστερό ιδεολογικό πλαίσιο και με έντονη ταξική προπαγάνδα.

Αυτά τα κόμματα, λοιπόν, γιγαντώθηκαν σε μια Ευρώπη κατεστραμμένη από τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο και σακατεμένη από τις δυσμενείς οικονομικές επιπλοκές της κρίσης η οποία οδήγησε στο κραχ του '29. Το δίπολο στο οποίο ακούμπησαν ήσαν από τη μια η φτώχια κι η ανεργία που μάστιζαν την μεγάλη πλειοψηφία του κόσμου κι από την άλλη η ανάδυση μιας νέας τάξης ανθρώπων η οποία ανδρώθηκε με το όραμα να πάρει τις τύχες της στα χέρια της, γκρέμίζοντας τα σάπια πολιτικά σκηνικά του παρελθόντος. Μπροστά στα τεράστια προβλήματα που αντιμετώπιζαν, οι λαϊκές μάζες ελάχιστη σημασία έδιναν στις αντιδημοκρατικές πρακτικές του φασισμού. Ποιος την χέζει την δημοκρατία, αν δεν είναι ικανή να μου δώσει ψωμί;

Το ίδιο περίγραμμα μπορεί να σκιαγραφήσει και την εποχή μας. Η νομενκλατούρα των Βρυξελλών επισείει τον κίνδυνο της καταστροφής ενώ ο μπαμπούλας της διεθνούς οικονομικής κρίσης μας κάνει να ψάχνουμε απεγνωσμένα για διέξοδο. Κάποιοι αποφάσισαν ότι πρέπει να πέσει το έλλειμμα των χωρών της Ευρώπης κάτω από το περίφημο όριο του 3% του ΑΕΠ (αλήθεια, γιατί 3% κι όχι 3,1% ή 2,5% ή 5%; έλα ντε!) κι εμείς καλούμαστε να υπακούσουμε στις άνωθεν εντολές σφίγγοντας στο απροχώρητο το ζωνάρι και παίρνοντας σκληρά μέτρα για να γλιτώσουμε!

Το κόστος της τήρησης αυτών των εντολών δεν είναι απλώς οικονομικό. Είναι η ίδια η λαϊκή εντολή! Η ψήφος του κάθε πολίτη (απαραίτητο και εκ των ων ουκ άνευ συστατικό της δημοκρατίας) πάει στα σκουπίδια, αφού οι εκλεγμένες κυβερνήσεις απλώς εκτελούν τις άνωθεν διδόμενες διαταγές. Με πιάνει θλίψη κάθε φορά που ακούω τους υπουργούς μας να υποστηρίζουν ότι προσπαθούν να παζαρέψουν τα μέτρα τα οποία μας επιβάλλονται και ότι η κυβέρνηση του τόπου δεν μπορεί πλέον να εγγυηθεί ο,τιδήποτε...

Αρχίσαμε ήδη να παίρνουμε μια γεύση από την επίθεση που δέχονται οι δημοκρατικοί θεσμοί και τα -κατακτημένα με αίμα κι αγώνες χρόνων- δικαιώματα των πολιτών (διάλυση του κράτους πρόνοιας, επιβολή ελαστικής εργασίας, κατάργηση των εργασιακών συμβάσεων κλπ κλπ). Η δημοκρατία καταρρέει υπό την νομιμοποιητική ομπρέλλα των Βρυξελλών. Σε μας εναπόκειται να την υπερασπιστούμε. Το παραμύθι της "κρίσης" δεν μας τρομάζει αφού εμείς δεν έχουμε (δεν μπορούμε να έχουμε) καμμιά σχέση με οποιαδήποτε κρίση του κεφαλαίου.

"Άμα τον πόνο σου τον μοιράζεσαι μ' άλλους" - λένε- "λιγοστεύει". Μπορεί. Την πείνα σου όμως μ' όσους και να την μοιραστείς, δε θα χορτάσεις. Τα πάρκα ήταν γιομάτα νηστικούς. [...] Μα τι έτρεξε και γέμισ' ο κόσμος νηστικούς; Η κρίσις, λένε. "Ένεκα η κρίσις, κύριε..."
Μα τι ήταν η "κρίσις"; Αρρώστια; Κι αν ήταν έτσι, γιατί δεν κολλούσαν όλοι;
(Μενέλαος Λουντέμης, "Καληνύχτα, Ζωή")
Θα συνεχίσω.

Δεν υπάρχουν σχόλια: