To Cogito ergo sum συλλογάται λέφτερα και στο ηλεκτρονικό περιοδικό Ατέχνως.
Πνευματικά δικαιώματα δεν υπάρχουν. Οι ιδέες πρέπει να κυκλοφορούν ελεύθερα. Άρα, η αντιγραφή επιτρέπεται.

Η γλώσσα κόκκαλα τσακίζει

(...) ας ιδιωτικοποιηθούν τα πάντα, ας ιδιωτικοποιηθεί η θάλασσα κι ο ουρανός, ας ιδιωτικοποιηθεί το νερό κι ο αέρας, ας ιδιωτικοποιηθεί η δικαιοσύνη και ο νόμος, ας ιδιωτικοποιηθεί το σύννεφο που περνάει, ας ιδιωτικοποιηθεί το όνειρο, ειδικά αν γίνεται μέρα και με τα μάτια ανοιχτά. Και τελικά, για να ολοκληρωθούν οι ιδιωτικοποιήσεις, ας ιδιωτικοποιηθούν και τα κράτη, παραδίδοντας για κάποιο χρονικό διάστημα την εκμετάλλευσή τους σε ιδιωτικές εταιρείες, που θα λειτουργούν σε καθεστώς διεθνούς ανταγωνισμού. Εκεί βρίσκεται η σωτηρία τού κόσμου...

Και τώρα, ας ιδιωτικοποιηθεί επίσης και η πουτάνα που τους γέννησε όλους.


[Ζοζέ Σαραμάγκου, "Τετράδια του Λαντσαρότε - Ημερολόγιο ΙΙΙ, 1993-1995" - Μετάφραση από τα πορτογαλικά: Cogito ergo sum]

14 Φεβρουαρίου 2007

Αντικαπνιστικός φασισμός


Ανακάλυψα τον Ίταλο Σβέβο (Italo Svevo) μάλλον κατά λάθος. Φαίνεται ότι ο Ιταλός συγγραφέας (κατά βάση επιτυχημένος επιχειρηματίας με το πραγματικό του όνομα Εττόρε Σμιτς), παρ' ότι χαρακτηρίστηκε ως "Ιταλός Προυστ", δεν συγκινεί ιδιαίτερα μιας και τα βιβλία του κυκλοφορούν από διάφορους εκδοτικούς οίκους :"Μια φάρσα επιτυχημένη" από την «Πορεία» (2003, σελ. 271), "Ο φόνος της οδού Μπελπότζο" από την «Αστάρτη» (2000, σελ. 123), "Το καρναβάλι του Εμίλιο" από τον «Λιβάνη» (1980, σελ. 242) και "Η συνείδηση του Ζήνωνα" από τον «Εξάντα» (1987, σελ. 484).

Η γραφή του Σβέβο δεν έχει τίποτε το εξεζητημένο. Τα βιβλία του είναι μικρά σε μέγεθος και η γραφή του κοφτή και περιεκτική δίχως περιττές φιοριτούρες. Θα έλεγα ότι ο Σβέβο προσπαθεί να αποφύγει τον χαρακτηρισμό του συγγραφέα και επιζητά τον τίτλο του παρατηρητή, του διανοητή και του αναλυτή των μικρών, καθημερινών στιγμών που περνούν κατά κανόνα απαρατήρητες.

Για παράδειγμα, το 1923 γράφει την απλή ιστορία ενός καθημερινού ανθρώπου, του Ζήνωνα, ο οποίος προσπαθεί να κόψει το κάπνισμα επειδή πιστεύει ότι έτσι θα γίνει καλύτερος και στην δουλειά του και στην κοινωνία και στο σπίτι του. Όσο δεν τα καταφέρνει τόσο ρίχνει στο τσιγάρο την ευθύνη των προσωπικών του ηττών και αποτυχιών. Κατά βάθος, ο Ζήνωνας δεν θέλει να κόψει το τσιγάρο γιατί φοβάται τη ζωή και τον εαυτό του. Το τσιγάρο που κρατάει αποτελεί στην ουσία τον φταίχτη των όσων του συμβαίνουν. Αν το κόψει, οι ευθύνες θα πέσουν στους ώμους του.

Η ιστορία δείχνει περιορισμένου ενδιαφέροντος αλλά είπαμε ότι ο Σβέβο δεν είναι συγγραφέας αλλά διανοητής. Στον πρόλογο του βιβλίου διαβάζουμε ότι ο Σβέβο "μιλώντας αργότερα σ' ένα δοκίμιο του για το θέμα αυτό, θα πει ότι οι μυθιστοριογράφοι που καταπιάνονται με τις μεγάλες φιλοσοφίες δεν είναι ασφαλώς οι καταλληλότεροι για να τις ερμηνεύσουν και θα προσθέσει ότι πλαστογραφούν, αλλά τις εξανθρωπίζουν". Το γεγονός ότι ο Ζήνωνας επιμένει στο κάπνισμα δεν συνιστά αδυναμία αλλά ανυπακοή στον φασισμό. Ο Μουσσολίνι έχει ήδη πάρει την εξουσία στην Ιταλία και θεωρεί ότι το κάπνισμα δείχνει αδυναμία. Το ίδιο θεωρεί και ο Χίτλερ, η αντικαπνιστική εκστρατεία του οποίου στηρίζεται στο σύνθημα «το σώμα σου ανήκει στον φύρερ και στο έθνος». Πολέμιος του καπνίσματος, άλλωστε, θα αποδειχθεί λίγα χρόνια αργότερα και ο Φράνκο.

Αντίθετα, η Αριστερά είχε πάντοτε κλίση στο κάπνισμα. Ο Μαρξ ισχυριζόταν ότι από τις πωλήσεις του «Κεφαλαίου» δεν έβγαλε ούτε τα τσιγάρα που κάπνισε όσο το έγραφε. Ο Ένγκελς κάπνιζε σαν τζιμινιέρα. Ο Μάο το ίδιο. Ο Στάλιν σπάνια εθεάτο δίχως την πίπα του κι είναι αδύνατο να σκεφτούμε τον Φιντέλ ή τον Τσε δίχως το πούρο τους.

Μέσα από τα «ανάλαφρα» αδιέξοδα του Ζήνωνα, ο Σβέβο βρίσκει την ευκαιρία να κάνει δυο πράγματα: στην επιφάνεια μεν επιχειρεί μια ψυχανάλυση της συμπεριφοράς του καημένου του Ζήνωνα αλλά υπόγεια καταγγέλλει τον φασιστικό τρόπο με τον οποίο τα καθεστώτα αναλαμβάνουν να μας σώσουν από τις αδυναμίες μας. Το μήνυμά του παραμένει ζωντανό έναν αιώνα αργότερα: το κάπνισμα αντιμετωπίζεται σήμερα όπως η πανούκλα τον μεσαίωνα. Τα οιασδήποτε μορφής καθεστώτα προσπαθούν πάντοτε να μας «σώσουν» από τις κακές μας συνήθειες. Κι εμείς αναρωτιόμαστε πώς θα ήταν ο κόσμος μας δίχως καπνιστές, δίχως πότες, δίχως αμαρτωλούς, γεμάτος μόνο με μουρόχαυλους παρθένους χορτοφάγους θαμώνες γυμναστηρίων…

Θυμάμαι τον στίχο "δεν μ' αρέσουν οι σωτήρες, δε γουστάρω να σωθώ" και ανατριχιάζω. Στο κάτω-κάτω ο Χίτλερ μισούσε το κάπνισμα κι ο Στάλιν το λάτρευε αλλά στρατόπεδα συγκεντρώσεως είχαν κι οι δυο...

Δεν υπάρχουν σχόλια: